Ο George Russell κέρδισε το GP του Αζερμπαϊτζάν. Ο οδηγός της Mercedes εξασφάλισε τη νίκη με την ελάχιστη δυνατή διαφορά έναντι του Max Verstappen, ο οποίος τερμάτισε δεύτερος. Ο Isack Hadjar, ο έτερος οδηγός της ομάδας του τέσσερις φορές Παγκόσμιου Πρωταθλητή, συμπλήρωσε το βάθρο το ίδιο ακριβώς Σαββατοκύριακο που η Red Bull ανανέωσε το συμβόλαιό του έως το 2027.
Κατά το πρώτο μέρος του αγώνα, ο Russell κατάφερε να χτίσει μια σημαντική διαφορά από το γκρουπ των διωκτών του. Ωστόσο, μετά από δύο περιόδους αυτοκινήτου ασφαλείας, ο Verstappen πάλεψε και ανέκτησε τη δεύτερη θέση. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, ο οδηγός της Red Bull άσκησε έντονη πίεση στον Βρετανό, παραμένοντας σταθερά σε απόσταση κάτω του ενός δευτερολέπτου από την πρωτοπορία.
Τελικά, ο Russell άντεξε και κράτησε τον Verstappen πίσω του μέχρι την καρό σημαία, περνώντας τη γραμμή τερματισμού μόλις ένα δέκατο του δευτερολέπτου μπροστά. Αμφότεροι ολοκλήρωσαν τον αγώνα με τη μαλακή γόμα, έχοντας εκκινήσει από το grid με τη C4, ενώ ο Hadjar επέλεξε μια εναλλακτική στρατηγική, ξεκινώντας τον αγώνα με τη C5 και τερματίζοντας με τη μέση γόμα.
Οι τρεις οδηγοί του βάθρου εκμεταλλεύτηκαν την πρώτη περίοδο αυτοκινήτου ασφαλείας για να πραγματοποιήσουν το pit stop τους. Ολόκληρο το grid χρησιμοποίησε έναν συνδυασμό των δύο πιο μαλακών γομών, με 12 οδηγούς να επιλέγουν να εκκινήσουν με τη μέση γόμα και 10 με τη μαλακή γόμα. Οι C4 και C5 χρησιμοποιήθηκαν σχεδόν ισόποσα κατά τη διάρκεια του αγώνα, με το 49% των γύρων να ολοκληρώνεται με τη μέση γόμα και το 51% με τη μαλακή γόμα.
Ο Kimi Antonelli, ο οποίος τερμάτισε πέμπτος, διατηρεί την πρωτοπορία στη βαθμολογία του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος με 302 βαθμούς. Χάρη σε αυτή τη νίκη, ο Russell μείωσε σημαντικά τη διαφορά και πλέον υπολείπεται, μόλις 66 βαθμούς.
O Διευθυντής Μηχανοκίνητου Αθλητισμού Pirelli κ. Dario Marrafuschi τόνισε ότι: «Ο αγώνας επιβεβαίωσε σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες που είχαμε πριν από την εκκίνηση. Η μαλακή γόμα και η μέση γόμα αποδείχθηκαν οι πιο αποτελεσματικές επιλογές, σε τέτοιο βαθμό ώστε το grid να χωριστεί σχεδόν ισομερώς ανάμεσα στις δύο επιλογές στην εκκίνηση, ανεξάρτητα από τη θέση εκκίνησης, με ορισμένες ομάδες να διαφοροποιούν τη στρατηγική ελαστικών μεταξύ των οδηγών τους. Αρκετές ομάδες επιχείρησαν να παρατείνουν το πρώτο μέρος αγώνα με την ελπίδα να επωφεληθούν από ένα αυτοκίνητο ασφαλείας, σενάριο που τελικά πραγματοποιήθηκε. Από άποψη συμπεριφοράς των ελαστικών, η εξαιρετικά περιορισμένη πτώση απόδοσης (degradation) που παρατηρήθηκε τις προηγούμενες ημέρες ήταν για ακόμη μία φορά εμφανής κατά τη διάρκεια του Grand Prix. Τόσο η C4 όσο και η C5 εμφάνισαν πολύ χαμηλά επίπεδα φθοράς, χωρίς ουσιαστικά να υπάρχει τοπική παραμόρφωση (graining), επιτρέποντας στους οδηγούς να διατηρήσουν υψηλό ρυθμό στο μεγαλύτερο μέρος του αγώνα. Υπό αυτές τις συνθήκες, η μαλακή γόμα προσέφερε πλεονέκτημα σε επίπεδο πρόσφυσης και εμπιστοσύνης για τον οδηγό, κάτι που έγινε ιδιαίτερα αισθητό σε μια απαιτητική διαδρομή όπως το Μπακού. Αποδείχθηκε το πιο ανταγωνιστικό ελαστικό για τον αγώνα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι δύο οδηγοί της Red Bull, οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι είχαν πανομοιότυπα μονοθέσια αλλά αντίθετες στρατηγικές, είδαν τον οδηγό με τη μαλακή γόμα να πετυχαίνει την καλύτερη απόδοση. Συνολικά, οι οδηγοί ήταν σε θέση να πιέσουν από την αρχή μέχρι το τέλος με ελάχιστη ανάγκη διαχείρισης των ελαστικών, εστιάζοντας κυρίως στο να επαναφέρουν τον μπροστινό άξονα στο βέλτιστο παράθυρο λειτουργίας μετά τις επανεκκινήσεις που ακολούθησαν το αυτοκίνητο ασφαλείας ώστε να αποφύγουν τα μπλοκαρίσματα των τροχών και τα λάθη στο φρενάρισμα — περιστατικά που παρ’ όλα αυτά σημειώθηκαν. Η σκληρή γόμα δεν διαδραμάτισε κανέναν ρόλο στον αγώνα, καθώς η απόδοση των άλλων δύο γομών, ήταν τέτοια που θεωρήθηκε μη αναγκαία και συντηρητική επιλογή».







